Ξύπνησα το πρωί και τα πάντα γύρω μού φαίνονταν συνηθισμένα, στη θέση τους και σε πλήρη αταξία: όπως ακριβώς τα είχα αφήσει. Το μόνο που προέδιδε μια λεπτομέρεια για τη συνέχεια της ημέρας μου ήταν το μαγιώ στη γωνιά του γραφείου, πάνω από το mouse και ένα μέρος του keyboard. Τίποτε όμως δε μπορούσε να με προειδοποιήσει ότι λίγες ώρες αργότερα θα έσωζα μια ζωή. Θα έσωζα μια ζωή και μάλιστα στη θάλασσα!
Η σχέση μου με τη θάλασσα ήταν για πολλά χρόνια αρκετά περίεργη. Πάντα λάτρευα να περπατώ στην άμμο, καθώς το κύμα βρέχει τα πόδια μου, να χαζεύω το απέραντο της γαλάζιο και να θαυμάζω τον τρόπο που σμίγει με κείνο του ουρανού, να ακούω τον ήχο της, να ηρεμώ απλά και μόνο βλέποντας την, έστω και από μακριά. Και μέχρι εκεί προτιμούσα να φτάνει η σχέση μας. Να είναι πλατωνική. Απέφευγα όσο περισσότερο μπορούσα να πηγαίνω για μπάνιο, κυρίως επειδή θεωρούσα ότι ο κόσμος που θα με αντίκρυζε θα περνούσε τους επόμενους τρεις μήνες σε ψυχολόγους και εξορκιστές. Κολύμπι δεν έμαθα ποτέ και προσπαθούσα να καλύψω τη ντροπή μου γι' αυτό με αστεία και αλλαγές θεμάτων στις συζητήσεις. Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι πρόσφατα. Κάποιοι καλοί φίλοι, ξέροντας το και μη, με βοήθησαν να νιώσω καλύτερα με τον εαυτό μου και να ενδώσω στην αγάπη μου για τη θάλασσα. Ξεκίνησα να πηγαίνω πιο συχνά και άρχισα να μαθαίνω να κολυμπώ σιγά σιγά. Το να γλιτώσω κάποιον από βέβαιο θάνατο στη θάλασσα, όμως, ήταν πολύ αργότερα στο πρόγραμμα επαναπροσέγγισης μου μαζί της.








