Έφτιαξε ένα μικροσκοπικό γλυπτό με πολλή αγάπη. Το γλυπτό ήταν πέτρινο, μια καρδιά από πέτρα. Τα εκατοστόμετρα του μήκους και του πλάτους της μετρούνταν άνετα με μια παλάμη το καθένα, ενώ για τη θερμοκρασία της σε βαθμούς Κελσίου απαιτούνταν και οι δύο παλάμες. Το πόσο κρύα ήταν, μπορούσες να το αντιληφθείς μόνο αν την άγγιζες και ένιωθες την ψυχρή ενέργεια της πέτρας. Βλέποντας την, η λεία επιφάνεια, το προσεκτικά σκαλισμένο και χωρίς προεξοχές σχήμα και το ανοιχτό γκρίζο χρώμα της, σου έδιναν την εντύπωση ενός έρωτα, μιας αγάπης θερμής. Μιας αγάπης ζωντανής.
Πώς μπορούσε μια πέτρα να αντιπροσώπευε κάτι ζωντανό;
Η πέτρα ήταν απλά εκεί. Ήταν κάπου για πολλούς αιώνες, ώσπου τη βρήκε αυτός, αποφάσισε ότι του άρεσε και ότι ήθελε να τη μετατρέψει σε αγάπη. Εκείνη απλά συνέχισε να υπάρχει, χωρίς να κάνει κάτι διαφορετικό δηλαδή, από αυτό που έκανε από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης της. Ψυχή δεν έχουν οι πέτρες, οπότε δεν την πείραξε και πολύ όταν αυτός της άλλαξε λίγο το σχήμα. Απλά συνέχισε να υπάρχει, η ίδια ρουτίνα τόσων χρόνων. Εκείνος όμως είχε μπει στον κόπο να ψάξει, να την ξεχωρίσει ανάμεσα σε πολλές άλλες σε κείνη την παραλία, να την κουβαλήσει μέχρι το σπίτι του, να βρει τα κατάλληλα εργαλεία, αφιέρωσε χρόνο σκαλίζοντας τις άκρες της μέχρι να πάρει το επιθυμητό σχήμα και τώρα είναι ο ίδιος που κάθεται και σκέφτεται το σκοπό του όλου εγχειρήματος.
Η πέτρα, πάντως, δεν είχε ενδιαφερθεί καθόλου για τα όσα της συνέβαιναν.
Πώς μπορούσε, λοιπόν, να εικονίζει την αγάπη;
Αποφάσισε πως, για να αποκτήσει νόημα η ύπαρξη της πέτρας ως εκπροσώπου της αγάπης, δύο τινά θα έπρεπε να συμβούν. Είτε η ίδια η πέτρα να συμμετείχε στη δική της μεταμόρφωση, είτε όποιος τύχαινε να τη δει, να έμενε μακριά από το κρύο της σώμα. Κι αφού το πρώτο σίγουρα δεν είχε συμβεί -πώς να γίνει κάτι τέτοιο, άλλωστε; δεν είμαστε σε παραμύθι- έπρεπε να φροντίσει ώστε η πέτρα να μείνει για πάντα μακριά από ανθρώπινα χέρια ή άλλα αισθητήρια όργανα.
Ίσως μόνο έτσι η πέτρα θα κατάφερνε να εκφράσει το νόημα της αγάπης..
Έφτιαξε ένα μικρό γυάλινο κουτί και μια ξύλινη βάση, την οποία έντυσε με μαύρο, βελούδινο ύφασμα. Τοποθέτησε την πέτρα πάνω στη βάση, φροντίζοντας στο πάνω μέρος να βρίσκεται η πιο όμορφη πλευρά της και την έκλεισε μέσα στο γυάλινο κουτί. Το ζωηρό γκρίζο της έδενε τέλεια με το σκούρο μαύρο βελούδο και το γυαλί επέτρεπε σε όποιον έβλεπε, να θαυμάσει την ομορφιά της σε όλο το μεγαλείο της.
Μακριά από ανθρώπινα χέρια, η ψυχρή της φύση έπρεπε να μείνει ανέπαφη με οποιοδήποτε αισθητήριο όργανο.
Συνέδεσε το γυάλινο κουτί με το κάτω, πλάγιο μέρος της βάσης χρησιμοποιώντας τελευταίας τεχνολογίας καρφιά και σφράγισε τη σύνδεση με το πιο ανθεκτικό κράμα μετάλλων που υπήρχε τότε στον πλανήτη. Και πράγματι, η πέτρα ήταν ασφαλής εκεί μέσα, όμως και απόλυτα ορατή από τον έξω κόσμο, σε όλη τη λεία της μεγαλειότητα, να φωνάζει ΑΓΑΠΗ σε όποιον την έβλεπε.
Ναι, μα το κουτί ήταν από απλό γυαλί, δεν ήταν δύσκολο να το σπάσει κάποιος και να ακουμπήσει την πέτρα.. Και τότε θα έχανε τη μαγεία της..
Το αποφάσισε. Θα ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος που θα έβλεπε την πέτρα μέσα σε αυτή την υπέροχη κατασκευή. Όμως αυτή η φορά, αν και η πρώτη, δε θα ήταν η τελευταία.
Πήρε το κουτί με την πέτρα που αναπαυόταν βασιλικά αδρανής -όπως το συνήθιζε τα τελευταία μερικά εκατομμύρια χρόνια- πάνω στο μαύρο βελούδο και ξεκίνησε το ταξίδι. Η απόσταση μικρή και ιδανική. Ο τόπος απόμακρος και εξίσου ιδανικός. Ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσε να έρχεται όσο συχνά ήθελε, το οποίο όμως ήταν άγνωστο σε κάθε άνθρωπο που ζούσε στην ίδια χώρα. Ένα απομακρυσμένο πεύκο στο πλευρό ενός γειτονικού βουνού είχε ένα κλαδί που κατέληγε σε μια ομάδα περίεργα μπλεγμένων άκρων. Τα άκρα αυτά σχημάτιζαν ένα είδος σχετικά συμπαγούς πλατώματος, ιδανικού μεγέθους για την κατασκευή του. Τοποθέτησε το κουτί πάνω στο μικρό πλάτωμα και το στερέωσε με μερικά από τα καρφιά που του είχαν περισσέψει προηγουμένως. Το κούνησε έντονα, επιβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο να αντέξει για κάμποσες μέρες. Ίσως μέχρι τον επόμενο ανεμοστρόβιλο. Ίσως μέχρι τον επόμενο σεισμό. Ίσως μέχρι την επόμενη καταιγίδα. Θα άντεχε. Κι αυτός θα ερχόταν κάθε μέρα για να θαυμάσει το έργο του, την αγάπη που έφτιαξε, αλλά θα πίστευε στη ψευδαίσθηση ότι ήταν πραγματική, διότι δε θα την άγγιζε.
Κάθε πρωί θα πήγαινε για να δει την αγάπη του, για να ξεκινήσει καλά η μέρα του.
Και πήγαινε σε κείνο το βουνό, έβρισκε εύκολα το πολύτιμο, πλέον, πεύκο και έμενε να χαζεύει για μερικά λεπτά τη μικροσκοπική πέτρα, στην οποία ο ίδιος είχε δώσει το σχήμα της καρδιάς και το ρόλο της αγάπης.
Πήγε την επόμενη μέρα. Και τη μεθεπόμενη. Πήγε κάθε μέρα της επόμενης εβδομάδας, αλλά και των δύο που ακολούθησαν. Για δύο μήνες πήγαινε κάθε μέρα και ξεκινούσε τη μέρα του με τη θέα της αγάπης αυτής. Οι μήνες έγιναν χρόνια. Οι αέρηδες και οι δυνατές βροχές δεν κατάφεραν να γκρεμίσουν την κατασκευή του από κείνο το συνονθύλευμα δέντρινων δαχτύλων και το συγκεκριμένο βουνό γλύτωσε αρκετές φορές από πυρκαγιές σε κοντινά δάση. Κι αφού εξακολουθούσε η αγάπη του να είναι εκεί, εξακολουθούσε κι ο ίδιος να την επισκέπτεται, να τη θαυμάζει με τις ώρες και να κάνει ευτυχισμένα τα μάτια και τον εγκέφαλο του με τη θέα εκείνης της πέτρας.
Τα χρόνια πέρασαν. Γέρος πια, κάθε πρωί πήγαινε σε κείνο τον απομονωμένο από τον κόσμο χώρο και ζούσε την αγάπη του. Δε βιαζόταν· δεν είχε δουλειές, δεν είχε παιδιά, δεν είχε καν γάτο στο σπίτι να τον περιμένει. Έμενε όρθιος δίπλα από ένα κλαδί ενός πεύκου μέχρι το απόγευμα, απλά κοιτάζοντας την αγάπη του, μιαν αγάπη πολλών χρόνων.
Μια Δευτέρα πήγε πάλι εκεί. Είχε ξεχάσει, όμως, να πάρει μαζί του τη μνήμη του. Εκείνη τη Δευτέρα έκανε τη διαδρομή από καθαρό ένστικτο. Εκείνη τη Δευτέρα δε θυμόταν ποιό ακριβώς πεύκο έπρεπε να εντοπίσει, όμως το πλησίασε από συνήθεια. Εκείνη τη Δευτέρα πέτυχε το περιέργου σχήματος κλαδί, από καθαρή παρόρμηση. Ήταν κινήσεις που τις έκανε επί χρόνια, καθημερινά. Εκείνη τη Δευτέρα έμεινε να κοιτάζει μια κατασκευή χωρίς λόγο, μόνο και μόνο επειδή κάτι του έλεγε ότι έπρεπε να το κάνει. Να βλέπει για μερικές ώρες μια πέτρα σε σχήμα καρδιάς, πάνω σε ένα μαύρο βελούδινο ύφασμα μέσα σε ένα γυάλινο κουτί..
Γιατί;
Γιατί την κοίταζε; Γιατί βρισκόταν εκεί η συγκεκριμένη κατασκευή;
Ποιός σκάλισε αυτή τη μικροσκοπική πέτρα σε αυτό το σχήμα; Και γιατί το έκανε; Και γιατί τη σφράγισε τόσο καλά; Και γιατί την έφερε εδώ πάνω; Και γιατί δεν είναι κανένας εδώ τριγύρω;
Η πέτρα έμοιαζε με κάτι πολύ γνώριμο, ένα όμορφο συναίσθημα, μιαν ελπίδα, ένα χαμόγελο. Το χρώμα της, το περιποιημένο σχήμα της, η φανερά λεία επιφάνεια της. Ήταν αγάπη. Το θυμήθηκε αυτό το συναίσθημα, παρόλο που ήταν σίγουρος ότι δεν το είχε ζήσει. Το είχε φανταστεί σίγουρα. Το είχε ονειρευτεί. Ναι, μα δεν το είχε ζήσει. Αγάπη. Αυτή η πέτρα ήταν αγάπη.
Πώς μπορεί μια πέτρα να είναι αγάπη; Ίσως αν τη χάιδευε, να έπαιρνε την ολοκληρωτική αίσθηση που προσέφερε αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι κάποιου αρχαίου βράχου. Ίσως να ζούσε, επιτέλους, την αγάπη.
Το γυαλί φαινόταν αρκετά λεπτό. Ήταν το μόνο που τον χώριζε από εκείνη την πέτρα, από την εμπειρία της αγάπης. Το κράτησε με τα δύο του χέρια. Το πίεσε με δύναμη κι αυτό υποχώρησε, σπάζοντας σε λίγα μακρόστενα, μυτερά κομμάτια. Έριξε μια βιαστική ματιά στα δάχτυλα του. Το αίμα ανάβλυζε ζωηρά, αλλά λίγη σημασία είχε. Σε μερικές στιγμές θα ζούσε την τέλεια αγάπη. Πήρε δύο βαθιές ανάσες. Το αριστερό του χέρι κρατούσε ακόμα ένα από τα κομμάτια σπασμένου γυαλιού, γι'αυτό άπλωσε το δεξί του πάνω από την εκτεθειμένη, μετά από τόσα χρόνια, πέτρα. Ήταν σίγουρος ότι ήθελε να το κάνει;
Ναι. Η πέτρα αυτή φώναζε ΑΓΑΠΗ και η αφή του ήταν το τελευταίο εμπόδιο πριν την απόλυτη βίωση αυτού του αισθήματος.
Έκλεισε τα μάτια. Ανάσα. Κατέβασε το χέρι του. Τα ακροδάχτυλα του ψηλάφισαν πρώτα το σκούρο μαύρο βελούδο. Το ανέβασε πάλι. Το μετακίνησε λίγο πιο μπροστά. Ανάσα. Το κατέβασε ξανά. Αυτή τη φορά είχε τοποθετηθεί σωστά. Άγγιξε την πέτρα. Χρειάστηκαν δύο ντουζίνες κλάσματα δευτερολέπτου μέχρι το ερέθισμα από τα δάχτυλα να φτάσει στον εγκέφαλο κι αυτός να το επεξεργαστεί και να δώσει το πόρισμα του: ΟΧΙ ΑΓΑΠΗ!
Άνοιξε τα μάτια. Τι πήγε λάθος; Αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα που περίμενε. Το χρώμα της πέτρας ήταν ιδανικό. Η επιφάνεια της φαινόταν άψογη. Ο τρόπος που γυάλιζε στον πρωινό ήλιο ήταν τέλειος. Το ομαλό περίγραμμα της χάρμα οφθαλμών. Κι όμως, αυτό που ένιωσε όταν την άγγιξε δεν ήταν αγάπη. Και ήταν σίγουρος.
Είναι μια πέτρα, πώς θα μπορούσε ποτέ να μεταμορφωθεί σε αγάπη;
Οι πέτρες δεν έχουν ψυχή. Δε μπορούν να προσπαθήσουν να αλλάξουν σε κάτι διαφορετικό. Ήταν πέτρες και θα εξακολουθήσουν να είναι πέτρες. Αυτή είναι η μοίρα τους. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης τους. Νωχελικές περιμένουν στο πέρασμα των αιώνων κάποιο κύμα, κάποιον άνεμο ή κάποιο χέρι να τις ωθήσει για να μετακινηθούν. Κι αν προκύψει κάποια αλλαγή στην εμφάνιση τους, η ουσία τους δεν αλλάζει. Ούτε και η θερμοκρασία τους.
Η θερμοκρασία της την είχε προδώσει. Δε μπορούσε η αγάπη να ήταν κάτι τόσο ψυχρό.
Πώς μπόρεσε να ξεγελαστεί τόσο; Πώς κατάφερε να απογοητεύσει τόσο τον εαυτό του; Πώς συνέβη κι έπεσε τόσο έξω από τις προσδοκίες του; Πώς θα μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε αυτό το ανεπίτρεπτο -μετά από τόσα χρόνια εμπειριών- λάθος;
Κοίταξε ξανά τα δάχτυλα του. Στα δεξιά του κρατούσε ακόμα το αντικείμενο της απελπισίας του και στα αριστερά του υπήρχε ένα κοφτερό, μακρύ κομμάτι γυαλιού. Έφερε το αριστερό του χέρι στο ύψος του λαιμού του. Δεν τον έκοψε από δεξιά προς τα αριστερά. Ήταν πολύ οργισμένος με τον εαυτό του για κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού, έμπηξε με μανία δύο φορές τη μύτη του γυάλινου κομματιού στο κέντρο του λαιμού του.
Στο πλάι εκείνου του βουνού δεν πήγαινε κανένας άνθρωπος. Κάτω από το πεύκο με το περίεργο κλαδί, ξαπλωμένος μπρούμυτα, με το πρόσωπο καρφωμένο στο χορταριασμένο χώμα, βρισκόταν ένας γέρος. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε χωρίς δύναμη πλέον ένα ματωμένο κομμάτι σπασμένου γυαλιού, ενώ το ποταμάκι που ξεκινούσε από το λαιμό του, περνούσε ξυστά από τη δεξιά του παλάμη, δίπλα από την οποία αναπαυόταν νωχελική, γυαλιστερή και πεντακάθαρη, περιμένοντας τους υπόλοιπους αιώνες της ύπαρξης της, μια πέτρα στο σχήμα της καρδιάς.






Με έκανες κομμάτια ,μετάνιωσα που δεν έσκυψα να πάρω τη δική μου πέτρα,την άφησα εκεί στο χώμα να την βλέπει όποιος είχε τα μάτια να την βλέπει σαν καρδιά, οι υπόλοιποι απλά την πατούσαν και προσπερνούσαν,η μόνη της συντροφιά τα πλατανόφυλλα που την αγκάλιαζαν με αγάπη....
Καλημέρα φίλε μου, όμορφη η διαδρομή της δικής σου πέτρας, μα και τραγικό το τέλος του πρωταγωνιστή...
Wow!!! just .. Wow!!
Με έχεις μαγέψει... παραμυθιάσει.... !!!
Καιρό είχα να το πάθω! Μπράβο!
Πέρα από το ότι... άρχισα να μαθαίνω να σκαλίζω σε πέτρα... και θέλω να φτιάξω μια καρδιά σε πέτρα που θα την βάλω πάνω σε κάτι βελούδινο... !!!!!
Να σαι καλά!
Νεράιδα.
Αν όμως την είχε δείξει την πέτρα και σε κάποιον άλλο; Αν την εμοιράζετουν μπορεί η πέτρα να εγίνετουν που τα καλά αγάπη,οϊ;
Άρεσε μου παντως. :)
ουφ..κουράστηκα να το διαβάσω!
μου άρεσε όμως..
With the birds I'll share this lonely .. feeling.. :)
:-) Εχεις πολλά καλή πένα!!!! Μπράβο σου!!!
Οι ζωές μας εχουν γεμίσει με άψυχες πέτρες σε σχήματα καρδιάς.
@ΦΟΥΛΗ: Θυμήθηκα τη δική σου καρδιά καθώς το έγραφα! Κρίμα, όντως έπρεπε να τη μαζέψεις και να την κρατήσεις.. Δεν είναι όλα όμορφα στη ζωή, οπότε εύκολα μπορούσε να έχει αυτό το τέλος ο πρωταγωνιστής! Φιλιά.
@Νεράιδα: Εκατάφερα τόσα πολλά; Μπράβο μου, χαίρομαι ιδιαίτερα! Να το κάνεις και να μας δείξεις φωτογραφίες!
@marilou: Ξέρω τι εννοείς, αλλά εν ήταν έτσι το νόημα της ιστορίας. Ο συμβολισμός της πέτρας εν άλλος :)
@Rania: Ευχαριστώ για τον κόπο και χαίρομαι που σου άρεσε!
@MarMar: Μπράβο.. (;)
@kaisi: *πληκτρολόγιο! Ευχαριστώ καϊσούιν μου!
@off: Πολύ σωστό. ΉΘελα να'ξερα αν σου άρεσε το κείμενο πάντως!
Mου άρεσε, και περισσότερο ο συνειρμός που μου ήρθε. Μπορεί να εννοούσες το ίδιο γράφοντάς το.
Η αλήθεια είναι πως εννοούσα πολύ διαφορετικά πράματα. Το λατρεύω όταν άλλοι ερμηνεύουν διαφορετικά από μένα τις βλακείες που γράφω! Χαίρομαι που σου άρεσε, mate!
ρε seriously δημοσίευσε τα τζιε πούλα τα.Έσιει εταιρίες που κάμνεις συμφωνίες.σκέφτου το
dr, πε μου τα τηλέφωνα τους να τους τα προτείνω :)